Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Ταξίδι στην άκρη της προδοσίας

8:44 π.μ.

του Κώστα Αθανασίου

Το βιβλίο του Ρομέν Σλοκόμπ, Κύριε Διοικητά, είναι σχεδόν στο σύνολό του μία επιστολή: η επιστολή που απευθύνει ένας Γάλλος γηραιός συγγραφέας, πετενικός και (φιλο)ναζί, στον διοικητή των γερμανικών δυνάμεων κατοχής στην περιοχή του, αποκαλύπτοντας ότι η γυναίκα με την οποία υπήρξε τρελά ερωτευμένος, η σύζυγος του γιου του, είναι εβραία.

Ο Πωλ-Ζαν Υσσόν είναι συγγραφέας, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πλούσιος μεγαλοαστός. Και έξαλλος αντισημίτης, μέλος του γαλλικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και της Επιτροπής Γαλλίας-Γερμανίας, με μίσος για τη γαλλική δημοκρατία, την οποία αποκαλεί «η Πόρνη». Θεωρεί ότι η «δημοκρατική αναρχία» παρέδωσε τη Γαλλία στις τέσσερις μάστιγες (την εβραϊκή, την προτεσταντική, των μετοίκων και των ελευθεροτεκτόνων), ενώ πιστεύει ότι οι Γάλλοι εργάτες έχουν παραπλανηθεί «από τους συνδικαλιστές και τους πράκτορες της Μόσχας». Στην κατεχόμενη από τους ναζί Γαλλία, αναλαμβάνει ενεργό ρόλο συνεργάτη των κατακτητών και υποστηρίζει όλα τα αντιεβραϊκά μέτρα που εφαρμόζονται, ενώ ταυτόχρονα πιστεύει ότι πλέον η Γαλλία λυτρώνεται «από τον ριζοσπαστικό και αντικληρικαλιστικό ζυγό, από το καθολικό δικαίωμα ψήφου και τον κοινοβουλευτισμό, από την κακόβουλη και βλακώδη κυριαρχία των δασκάλων». Όσο δε για την αντίσταση, πιστεύει ότι «λόγω των μπολσεβίκων, των Εβραίων, των γκωλικών, χύνεται πάλι αθώο γαλλικό αίμα».



Όταν ο γιος του, Ολιβιέ, του παρουσιάζει την Ίλσε, τη μέλλουσα σύζυγό του, ο Υσσόν καταγοητεύεται. Και όταν ο Ολιβιέ φεύγει στο Λονδίνο για να ενταχθεί στην αντίσταση, ο Υσσόν αναλαμβάνει την προστασία της Ίλσε και της εγγονής του. Σύντομα όμως η γοητεία μετατρέπεται σε πάθος: ο Υσσόν ερωτεύεται παθιασμένα την Ίλσε, ταυτόχρονα όμως αρχίζει να γεννιέται μέσα του η υποψία πως είναι εβραία. Η εντολή που δίνει σε έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ να διερευνήσει το παρελθόν της Ίλσε επιβεβαιώνει την τρομακτική, γι’ αυτόν, υποψία.

Ο Υσσόν βυθίζεται σε έναν ιλιγγιώδη διχασμό: από τη μια ο έρωτάς του για την Ίλσε, από την άλλη το βαθύ μίσος του για τους εβραίους. Κάποια στιγμή η Ίλσε ανταποκρίνεται στον έρωτά του (με αποτέλεσμα να μείνει έγκυος), ενώ ο Υσσόν έρχεται σε επαφή και με τον σκοτεινό κόσμο των Γάλλων συνεργατών των Γερμανών κατακτητών: βιαστές, εκβιαστές, βασανιστές, ληστές, δολοφόνοι, άνθρωποι του υποκόσμου που δρουν ανεξέλεγκτοι ως δυνάμεις κρούσης των ναζί. Η τραγική και τραυματική επαφή του Υσσόν μαζί τους τον οδηγεί σε ένα ακραίο επίπεδο εθελοτυφλίας και φιλογερμανικού στρουθοκαμηλισμού, ταυτόχρονα όμως φαίνεται πως στη βάση αυτής της παραμορφωμένης αλήθειας συγκροτείται και η αυτοδικαιολόγηση του ναζί λογοτέχνη: «Τη στολή αυτή, του γερμανικού στρατού, απεχθάνομαι να τη βλέπω να ατιμάζεται από πράξεις τις οποίες δεν διαπράττετε εσείς ο ίδιος, αλλά κάποιοι άλλοι –οι οποίοι δεν είναι σε καμία περίπτωση Γερμανοί– κάνοντας χρήση (και δη κατάχρηση) των σημαντικών εξουσιών που κακώς, όπως φαίνεται, τους παραχωρήσατε. Εάν αυτοί οι άξιοι για κρεμάλα εξακολουθήσουν να διαπράττουν παρόμοιες ωμότητες στον τόπο μας, η Συνεργασία, αυτό το μέγα έργο, κινδυνεύει να αποτύχει». Άλλο η «ευγενής ιδέα» του ναζισμού και ο κόσμιος τρόπος του γερμανικού στρατού να την υπηρετεί, άλλο οι δολοφόνοι συνεργάτες που βασανίζουν και βιάζουν: αυτό είναι το επιχείρημα-άλλοθι με το οποίο ο Υσσόν στρεβλώνει και ξεφεύγει από την πραγματικότητα για να στηρίξει το ιδεολογικό του σχήμα.

Τελικά, ο Υσσόν, ανήμπορος να σηκώσει άλλο το βάρος του εσωτερικού διχασμού του αλλά και των εκβιασμών από τους συνεργάτες των ναζί, που αφού τον ληστεύουν τον απειλούν ότι θα τον καταδώσουν, γράφει αυτή την επιστολή στον διοικητή των Γερμανών, με σκοπό, όπως λέει, «να εμπιστευθώ την τύχη της Ίλσε Υσσόν στα χέρια σας», έχοντας βέβαια πλήρη επίγνωση πως έτσι η γυναίκα που αγάπησε θα καταλήξει σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, μαζί με το παιδί τους στο οποίο είναι έγκυος.

Ο Σλοκόμπ καταφέρνει με αυτή την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του συνεργάτη των Γερμανών να αποτυπώσει το πνεύμα ενός τμήματος του γαλλικού δωσιλογισμού και αντισημιτισμού –αυτό των μεγαλοαστών, των βασιλοφρόνων, των πλούσιων και καλλιεργημένων ευγενών, της στρατιωτικής αριστοκρατίας– και τη σχέση που αυτές οι αντιλήψεις είχαν με τον αιωνίως πληγωμένο εθνικισμό των συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων. Με αυτή την έννοια, είναι στιγμές που η οπτική του παίρνει γενικότερα χαρακτηριστικά, που υπερβαίνουν τα σύνορα της Γαλλίας. Ο συγγραφέας κάνει μια τολμηρή τομή σε αυτό το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της «συνεργασίας» που αναπτύχθηκε στη Γαλλία –και όχι μόνο, φυσικά–, χωρίς να αποφεύγει να θίξει και ορισμένα θέματα-ταμπού για την περίοδο της ναζιστικής κατοχής: «Οι Γάλλοι έμποροι, κυρίως, ήθελαν να ξεφορτωθούν τους γιαχούντηδες [εβραίους] λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού που τους έκαναν. Και, με επιστολές προς τον Ιατρικό Σύλλογο, πολλοί γιατροί έδιναν τα όχι και πολύ καθολικά ονόματα συναδέλφων τους, αναθέτοντας στον Σύλλογο να ζητήσει από την Γκεστάπο να ελέγξει τα χαρτιά ορισμένων αλλοδαπών». Και παρακάτω, στο Τεκμήριο 3 με τη συνέντευξη ενός παλιού αντιστασιακού: «“Πόσοι δηλαδή κάτοικοι [στο Αντινύ] ανήκαν στην Αντίσταση;” “Θα έλεγα επτά ή οκτώ. Αλλά μετά την Απελευθέρωση, όταν επέστρεψα στην πόλη, υπήρχε πληθώρα αντιστασιακών! Δραστηριοποιήθηκαν όταν αυτό έγινε λιγότερο επικίνδυνο. Όλοι φυλούσαν το τομάρι τους, καταλαβαίνετε. Έπειτα, ήταν κι αυτοί που ανακάλυψαν το αντιστασιακό τους φρόνημα προς το τέλος του πολέμου, δελεασμένοι όμως κυρίως από το κέρδος”».

Στο πρόσωπο του Πωλ-Ζαν Υσσόν ο συγγραφέας οικοδομεί έναν απεχθή τύπο, ο οποίος όμως, παρά την ιδεολογική σιγουριά του, εξακολουθεί να βασανίζεται από ψυχολογικές και συναισθηματικές αντιφάσεις και παλινωδίες, προτού τελικά η πλάστιγγα γείρει στην αμετάκλητη απόφαση. Έτσι, ο συγγραφέας καταφέρνει να πλάσει έναν ζωντανό μυθοπλαστικό χαρακτήρα, χωρίς τις σχηματικές ευκολίες ενός μονοσήμαντου ιδεότυπου. Έτσι κι αλλιώς, ο Σλοκόμπ φροντίζει να αναδεικνύει τις ψυχολογικές διαδρομές και συγκρούσεις των πρωταγωνιστών του. Αναμιγνύοντας τα μυθοπλαστικά πρόσωπα με υπαρκτά (όπως ο Σελίν και ο Μπραζιγιάκ, αλλά και ο Μαν Ρέυ) και εστιάζοντας διαρκώς τον φακό του σε λεπτομέρειες που συγκλίνουν σε ένα πολύ καλογραμμένο κείμενο, αποτυπώνει με πολύ πειστικό τρόπο τη Γαλλία της εποχής της ναζιστικής κατοχής – μιας άγριας εποχής, που πολλές γωνιές της ακόμα παραμένουν στο ημίφως.

Ρομέν Σλοκόμπ: Κύριε Διοικητά (μτφ. Έφη Κορομηλά, εκδ. Πόλις, 2014)
 

Κώστας Αθανασίου

Written by

We are Creative Blogger Theme Wavers which provides user friendly, effective and easy to use themes. Each support has free and providing HD support screen casting.

 

© 2013 "στο... Επτά". All rights resevered. Designed by Templateism

Back To Top