Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Αντρέι Ταρκόφσκι Ο ποιητής της Νοσταλγίας μιλάει για τις συγκρούσεις, τη ζωή και την τέχνη, τη νοσταλγία εντός μας...

7:04 π.μ.

Μετάφραση-επιμέλεια: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Σαν σήμερα, 4 Απριλίου του 1932, γεννιέται ένας από τους μεγάλους του κινηματογράφου: ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Ένας από τους ποιητές της εικόνας, που μας έχουν κάνει να αγαπήσουμε τον κινηματογράφο. Πέθανε 29 Δεκεμβρίου 1986.
Έζησε μακριά από τη χώρα του, την ΕΣΣΔ, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στην Ιταλία δημιούργησε ίσως την καλύτερη ταινία της καριέρας του. Τη Νοσταλγία.
Ανήμερα των γενεθλίων του αναδημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησής του με τον Γκίντεον Μπάχμαν (Gideon Bachmann), η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της Νοσταλγίας. Στη συνέντευξη αυτή μιλάει για την ταινία, την εμπειρία του στη Δύση και την αντίληψή του για την Τέχνη. Δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1984 στο σουηδικό περιοδικό Chaplin, τεύχος 193, αφιερωμένο στον Ταρκόφσκι. Το κείμενο το επιμελήθηκε, τότε, η Μαριάν Μπρόντεσον (Marianne Brodesson) η οποία και έδωσε την άδειά της αναρτηθεί στον πιο γνωστό –περί Ταρκόφσκι- διαδικτυακό τόπο. Το nostalghia.com.
 nostalghia11
Gideon Bachmann: Πρώτα απ” όλα θέλω να μου πείτε πώς είναι να δουλεύεις στη Δύση; 
Andrei Tarkovsky: Δεν είναι μόνο η πρώτη φορά που κάνω ταινία στο εξωτερικό. Είναι και η πρώτη φορά που δούλεψα υπό ξένους όρους. Υποθέτω ότι είναι δύσκολο να γυρίσεις ταινία οπουδήποτε στον κόσμο, αλλά έχω διαπιστώσει ότι το είδος των δυσκολιών ποικίλλει από χώρα σε χώρα.
Εδώ, το μεγαλύτερο εμπόδιο αποδείχθηκε η έλλειψη σε χρήμα και χρόνο. Ειδικότερα, η υποχρηματοδότηση εμποδίζει τη δημιουργικότητα και οδηγεί σε απώλεια χρόνου. Όσο περισσότερο χρειάζεται να εργαστώ, τόσο περισσότερο κοστίζει.
Εδώ, στη Δύση, τα χρήματα ορίζουν τα πάντα. Στην Σοβιετική Ένωση δεν χρειάζεται να σκεφτώ το κόστος. Είναι αλήθεια ότι η ιταλική τηλεόραση, η RAI, υπήρξε γενναιόδωρη και με κάλεσε να κάνω αυτό το φιλμ εδώ, ωστόσο ο προϋπολογισμός είναι γλίσχρος. Μολαταύτα, επειδή δεν έχω προηγούμενη εμπειρία από εργασία στο εξωτερικό, ίσως μερικά απ” αυτά που αναφέρω να είναι εικασίες. Το συγκεκριμένο εγχείρημα έχει χαρακτηριστεί πολιτιστική πρωτοβουλία και όχι εμπορικό εγχείρημα.
Από την άλλη, ήταν μεγάλη ανταμοιβή να δουλεύω με την ιταλική ομάδα κινηματογράφησης. Είναι επαγγελματίες και άρτια καταρτισμένοι, ενώ δείχνουν να διασκεδάζουν με αυτό που κάνουν. Παρ” όλα αυτά, δεν θέλω να κάνω συγκρίσεις στις μεθόδους μας. Είναι περίπλοκο και βασανιστικό να γυρίσεις ταινία όπου κι αν είσαι. Μολοντούτο, αυτό που χρήζει κριτικής είναι η απόλυτη εξάρτηση από τους οικονομικούς παράγοντες. Αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον του σινεμά ως μορφή τέχνης.
Στις πέντε ταινίες που γυρίσατε την τελευταία εικοσαετία -Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν, Αντρέι Ρουμπλιώφ, Σολάρις, Καθρέφτης και Στάλκερ- υπάρχει διαμάχη μεταξύ του ατόμου και του περίγυρου. Η Νοσταλγία θα έχει το ίδιο θέμα; 
Η διαμάχη είναι πιο δυνατή. Πάντα. Όχι το άτομο. Απεναντίας, οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι σχεδόν πάντα αδύναμοι άνθρωποι, η δύναμη των οποίων προέρχεται από την αδυναμία τους. Από το γεγονός ότι δεν ταιριάζουν και εμφανίζονται άνισοι με τον περίγυρο. Βέβαια, πάντα υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Μεταξύ διακεκριμένων ατόμων και του περιβάλλοντός τους. Ήτοι, η αντίθεση των δύο δεν σταματά να υπάρχει και σε αυτό αναφερόμαστε ως διαμάχη. Όπου δεν υπάρχουν ανθρώπινες σχέσεις, δεν υπάρχουν και διαμάχες.
Με ενδιαφέρει να δουλεύω με χαρακτήρες η σχέση των οποίων με την κοινωνία διέπεται από το στοιχείο της σύγκρουσης. Έχουν έντονη σχέση με την πραγματικότητα που τους περιβάλει και εξ αιτίας αυτού φαίνεται να καταλήγουν σε σύγκρουση με τον περίγυρο. Θέλω να ακολουθώ τέτοιους ανθρώπους για να ανακαλύπτω πώς λύνουν τα προβλήματα τους: θα κρυφτούν ή θα μείνουν αληθινοί στους εαυτούς τους. Κατά μία έννοια, κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό το θέμα αποτελεί την πηγή της δραματουργίας μου.
νοσταλιγα
Μπορείτε να μας πείτε πώς δημιουργήθηκε η Νοσταλγία;
Έχω πάει στην Ιταλία αρκετές φορές, και πριν τρία χρόνια αποφάσισα να κάνω ταινία μαζί με τον καλό μου φίλο, ποιητή, συγγραφέα, σεναριογράφο Τονίνο Γκουέρα. Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από τις εμπειρίες μου στην Ιταλία.
Ο Γκορτσάκοφ, τον οποίο υποδύεται ο Ολεγκ Γιανκόβσκι, είναι ρώσος διανοούμενος που πάει στην Ιταλία για επαγγελματικούς λόγους. Ο τίτλος της ταινίας, για την οποία η λέξη Νοσταλγία είναι ανεπαρκής μετάφραση, υποδεικνύει την βαθειά επιθυμία και έλλειψη που νιώθουμε για κάτι που είναι μακριά από μας, για κόσμους που δεν μπορούν να ενωθούν. Ωστόσο, ο τίτλος δηλώνει και την βαθειά επιθυμία/αναμονή για την πιο εσωτερική κατάσταση, το να βρεθείς στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Μια εσώτερη έννοια του ανήκειν.
Η δράση του φιλμ, η αλληλουχία των γεγονότων, τροποποιήθηκαν αρκετά. Εν μέρει, στη διάρκεια της προετοιμασίας ενώ γράφαμε το σενάριο. Επίσης, στη διάρκεια των γυρισμάτων. Θέλω να εκφράσω την αδυναμία διαβίωσης σε έναν διχασμένο, διαλυμένο κόσμο.
Ο Γκορτσάκοφ είναι καθηγητής Ιστορίας  και διεθνώς αναγνωρισμένος γνώστης της αρχιτεκτονικής ιστορίας της Ιταλίας. Τώρα είναι η πρώτη φορά που έχει τη δυνατότητα να δει και να αγγίξει κτίρια και μνημεία που μέχρι πρότινος τα γνώριζε μέσω αντιγράφων και φωτογραφιών. Με το που φθάνει στην Ιταλία, συνειδητοποιεί ότι δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με ένα έργο τέχνης εάν δεν είσαι αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας από την οποία ξεπήδησε.
Πάει, λοιπόν, στην Ιταλία για να εντοπίσει τα χνάρια ενός σχετικά άγνωστου συνθέτη του 18ου αιώνα. Κάποιος που μάλλον ήταν Ρώσος σκλάβος και στάλθηκε από τον αφέντη του στην Ιταλία να επιμορφωθεί μουσικά. Να γίνει μουσικός της αυλής (σ.σ τσαρικής). Σπούδασε στο ωδείο της Μπολόνια υπό τον Τζιαμπατίστα Μαρτίνι και τελικά έγινε διάσημος συνθέτης. Έτσι, στη συνέχεια έζησε στην Ιταλία ως ελεύθερος άνθρωπος.
Μια σημαντική σκηνή στην ταινία είναι αυτή όπου ο Γκορτσάκοφ δείχνει στη διερμηνέα και συνοδό του γράμμα του συνθέτη σταλμένο στη Ρωσία. Σε αυτό εκφράζει τη νοσταλγία για την πατρίδα του. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτός ο άνδρας επέστρεψε στη Ρωσία, αλλά έγινε αλκοολικός και στο τέλος αυτοκτόνησε. Η εμπειρία της Ιταλίας αποδείχθηκε καταλυτική για τη ζωή του Γκορτσάκοφ. Η ομορφιά της χώρας και η ιστορία της επιδρά στην ψυχή του. Υποφέρει επειδή δεν μπορεί να συμβιβάσει το εσωτερικό του παρασκήνιο με την Ιταλία. Παρά τις εμπειρίες του στην Ιταλία, έχοντας αρχικά έναν χαρακτήρα αμιγώς εξωστρεφή, σύντομα συνειδητοποιεί ότι μόλις επιστρέψει στην Σοβιετική Ένωση θα σημαίνει το τέλος κάποιου πράγματος. Αυτό τον κάνει μελαγχολικό, μιας και γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αφήσει πίσω του ό,τι έζησε στην Ιταλία.
Γνωρίζοντας ότι δεν δύναται να κάνει χρήση των εμπειριών από την Ιταλία, μεγαλώνει τον εσωτερικό πόνο, την Νοσταλγία. Ως εκ τούτου, έχει την επίγνωση του γεγονότος πως δεν μπορεί να μοιραστεί τις εμπειρίες με τους αγαπημένους του. Ακόμη και με αυτούς που ήταν πιο δεμένος πριν φύγει για Ιταλία. Η επίγνωση αυτής της αδυναμίας κάνει τη διαμονή του στην Ιταλία οδυνηρή. Βασανίζεται, αλλά την ίδια στιγμή η ανάγκη να βρει την αδελφή ψυχή του αναδύεται μέσα του. Να βρει κάποιον να τον καταλάβει, να μοιραστεί τις εμπειρίες του.
Η ταινία είναι πραγματεία για τη φύση της Νοσταλγίας ή αφορά στην εμπειρία αυτή που ονομάζουμε «νοσταλγία» αλλά είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη λαχτάρα της επιστροφής. Για έναν Ρώσο είναι δύσκολο να αποχωριστεί καινούργιους φίλους και γνωριμίες. Η επικείμενη επιστροφή στην Σοβιετική Ένωση μετατρέπεται σε εφιάλτη, αλλά αυτή η λαχτάρα επιστροφής στην Ιταλία είναι ένα από τα πολλά στοιχεία του περίπλοκου φαινομένου γνωστού ως Νοσταλγία.
MBDNOST EC001
Τι είναι αυτό που μέσα στην ταινία εκφράζει την αναζήτηση του alter ego; 
…Ο Ντομένικο, ένας καθηγητής Μαθηματικών –τον οποίο υποδύεται ο Έρλαντ Γιόζεφσον- από ένα χωριό της Τοσκάνης, ο οποίος επί εφτά χρόνια απαγορεύει στη γυναίκα και το παιδί του να βγουν από το σπίτι για να τους σώσει από αυτό που φοβάται περισσότερο: το τέλος του κόσμου[…]
Ο Ντομένικο συμβολίζει τη διαρκή αναζήτηση του νοήματος της ζωής, ένα νόημα για τις έννοιες της ελευθερίας και της παραφροσύνης… Από την άλλη, κατέχει την δεκτικότητα ενός παιδιού, και την εξαιρετική ευαισθησία που βρίσκουμε συνήθως στα παιδιά… […]
Έχει εμμονή με το να πραγματοποιήσει μια πράξη μεγάλης πίστης, όπως το να διασχίσει περπατώντας το νερό μιας «λίμνης», ενός γιγαντιαίου ρωμαϊκού λουτρού, με αναμμένο κερί στο χέρι. Το αποπειράται ο Γκορτσάκοφ, αλλά τελικά ο Ντομένικο πιστεύει ότι χρειάζεται μια ακόμα μεγαλύτερη θυσία, και πάει στη Ρώμη, όπου καίγεται ζωντανός μπροστά στο άγαλμα του Μάρκου Αυρήλιου στο Καπιτώλιο. […]
 Δυνατοί σε αυτή τη ζωή είναι πάντα όσοι έχουν κατορθώσει να διατηρήσουν την αυτοπεποίθηση του παιδιού και μια ενστικτώδη αίσθηση ασφάλειας
Μήπως η σχέση που ενώνει αυτούς τους δύο άντρες, αντανακλά κάποιοι δικό σας ζήτημα; 
Ο ήρωας μου θεωρεί τον «τρελό» μια συγκροτημένη και δυνατή προσωπικότητα, έναν άνθρωπο που είναι βέβαιος για τις πράξεις του, ενώ ο ίδιος δεν έχει την ίδια πίστη στον εαυτό του. Έτσι, εντυπωσιάζεται από τον Ντομένικο και στο τέλος ο Ντομένικο είναι που βοηθάει τον ήρωά μου να τολμήσει να ζήσει χωρίς να πρέπει να εξορθολογίζει πάντα το παραμικρό. Με αυτή την έννοια γίνεται το alter ego του Γκορτσάκοφ. Δυνατοί σε αυτή τη ζωή είναι πάντα όσοι έχουν κατορθώσει να διατηρήσουν την αυτοπεποίθηση του παιδιού και μια ενστικτώδη αίσθηση ασφάλειας.

Μήπως υπάρχει κάποια εξωτερική αιτία για τη δημιουργία αυτής της ταινίας; Κάποιο θέμα-κλειδί για να ερμηνεύσουμε τις εσωτερικές εντάσεις;
Για μένα είναι πολύ σημαντικό να δείξω πόσο κρίσιμο είναι να μπορούν οι άνθρωποι να συναντιόνται και να λειτουργούν μαζί. Όταν ζεις για τον εαυτό σου, μένεις στη γωνιά σου, εμφανίζεται και εξαπατά η παραπλανητική ηρεμία. Όταν όμως δυο άτομα έρχονται σε επαφή, τότε τίθεται το θέμα του πώς αυτή θα γίνει πιο ουσιαστική και έντονη.
Η ταινία αφορά την εγγενή διαμάχη δύο τύπων πολιτισμού, δύο τρόπων ζωής, δύο διαφορετικών τρόπων σκέψης. Έπειτα, ασχολείται με τις δυσκολίες που ανακύπτουν στις ανθρώπινες σχέσεις.
Όταν πρόκειται για ερωτική σχέση άνδρα-γυναίκα, επιθυμώ να δείξω πόσο δύσκολο είναι να συμβιώσεις και να υπάρξει βαθειά προσέγγιση όταν γνωρίζεις ελάχιστα για τον άλλο. Είναι εύκολη η επιφανειακή εξοικείωση, αλλά πολύ πιο δύσκολη η προσπάθεια να γνωρίσεις αληθινά τον άλλο. Ο Γκορτσάκοφ έχει για συντροφιά του την ιταλίδα διερμηνέα Ευγενία. Είναι -για να το πω απλά- μια ανολοκλήρωτη ιστορία αγάπης.
Μολαταύτα, βλέποντας το φιλμ από μια ευρύτερη προοπτική, παρατηρείς την αδυναμία εισαγωγής-εξαγωγής πολιτισμού. Εμείς στην ΕΣΣΔ παριστάνουμε ότι καταλαβαίνουμε τον Δάντη και τον Πετράρχη (σ.σ Petrarca, ιταλός λόγιος και ποιητής στην αναγεννησιακή Ιταλία) όμως δεν είναι αληθές. Και οι Ιταλοί παριστάνουν ότι γνωρίζουν τον Πούσκιν. Επίσης αυθαίρετη υπόθεση. Δεδομένου ότι η ανταλλαγή στοιχείων δεν είναι εύκολη, ποτέ δεν θα είναι εφικτό να μεταφερθεί η κουλτούρα ενός ατόμου σε ένα άλλο που είναι ξένο σε αυτήν.
Τα δεινά του Γκορτσάκοφ ξεκινούν όταν συνειδητοποιεί πως πρέπει να σταματήσει να αποσπάται από ό,τι νέο τον περιβάλλει. Συναισθήματα και άνθρωποι έχουν τραβήξει την προσοχή του στη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία. Νέα ενδιαφέροντα εισχωρούν στον ψυχισμό του. Συναντά έναν άνθρωπο, ο οποίος, όπως κι αυτός, καταλαβαίνει ότι οι αληθινές σχέσεις είναι αδύνατες. Γι” αυτό και θυσιάζει τον εαυτό του. Αυτός, ο Ντομένικο, υποφέρει από τον εσωτερικό κατακερματισμό. Η ίδια κατάσταση που βασανίζει και τον Γκορτσάκοφ. Το να μην είναι δυνατό να ενώσει όλο τον κόσμο μέσα στον εαυτό του, ό,τι είναι καλό,  ανθρώπους, συναισθήματα και πνεύμα.
Όλοι θεωρούν τον Ντομένικο τρελό. Και μπορεί να είναι. Εντούτοις, ο λόγος που τον θεωρούν τρελό και οι λόγοι για τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του, λόγοι κατανοητοί από τον Γκορτσάκοφ, είναι απόλυτα φυσιολογικοί.                                                                                                          [...]
Είναι σημαντικό να πλησιάζετε το ευρύ κοινό με τις ιδέες σας; 
Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καλλιτεχνική ταινία κατανοητή απ” όλους. Επομένως, είναι σχεδόν αδύνατο να φτιάξεις φιλμ που να λειτουργεί για όλους. Κι αν συνέβαινε δεν θα ήταν έργο τέχνης. Πάντως, κανένα έργο τέχνης δεν γίνεται δεκτό χωρίς ενστάσεις. Ένας σκηνοθέτης όπως ο Σπίλμπεργκ απευθύνεται σε πολυπληθές κοινό και κερδίζει τεράστια ποσά. Και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Όμως δεν είναι καλλιτέχνης και οι ταινίες του δεν είναι τέχνη. Εάν έκανα ταινίες όπως αυτός -δεν νομίζω ότι μπορώ- θα πέθαινα από τρόμο. Η τέχνη είναι σαν ένα βουνό: Υπάρχει η κορυφή και οι λoφίσκοι στη βάση του που το περιβάλλουν. Το τι υπάρχει στην κορυφή εξ ορισμού δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από τον καθένα.
Νομίζω ότι με τον τρόπο μου έχω πετύχει να τραβήξω την προσοχή του κοινού χωρίς να συμβιβάσω τις απόψεις μου. Κι αυτό είναι που μετράει τελικά.
Δεν πιστεύω ότι πρέπει να “αιχμαλωτίσω” το κοινό. Να το κάνω να ενδιαφερθεί για το τι κάνω. Αυτό θα σήμαινε πως υποτιμώ τη νοημοσύνη τους. Εξάλλου, δεν θεωρώ το κοινό ηλίθιο. Μολαταύτα, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το γεγονός ότι κανένας παραγωγός δεν τολμά να επενδύσει 15 κόπεκ (σ.σ νομισματική μονάδα, ίση με ένα εκατοστό του Ρουβλίου) αν του πω ότι θα κάνω ένα έργο τέχνης. Γι” αυτό, διοχετεύω όλη μου την ενέργεια σε κάθε φιλμ. Προσπαθώ να κάνω το καλύτερο, ειδάλλως μπορεί να μην έχω ξανά την ευκαιρία να κάνω ταινία.
Νομίζω ότι με τον τρόπο μου έχω πετύχει να τραβήξω την προσοχή του κοινού χωρίς να συμβιβάσω τις απόψεις μου. Κι αυτό είναι που μετράει τελικά. Δεν είμαι κανένας διανοούμενος που ζει σε συννεφάκια και ούτε από άλλον πλανήτη. Αντιθέτως, έχω στενούς δεσμούς με τη γη και τους ανθρώπους της. Εν συντομία, δεν θέλω να φαίνομαι περισσότερο ή λιγότερο ευφυής από όσο είμαι. Βρίσκομαι στο ίδιο ακριβώς επίπεδο με τον θεατή, αλλά είναι άλλος ο σκοπός μου.
Για μένα δεν είναι πρωτεύον να είμαι κατανοητός απ” όλους. Το πιο σημαντικό για μένα είναι να μην είμαι κατανοητός απ” όλους. Εάν το φιλμ είναι μορφή τέχνης -και νομίζω μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό- δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα δεν είναι καταναλωτικά αγαθά. Αντίθετα είναι σαν καλλιτεχνικές πυραμίδες που εκφράζουν τα ιδανικά μια εποχής. Πάντα υπό το πρίσμα της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας και με σεβασμό στην κουλτούρα που τα “γεννά”.
[…]
Πηγή (όπου μπορείτε να βρείτε ολόκληρη τη συνέντευξη στα αγγλικά):  http://people.ucalgary.ca/~tstronds/nostalghia.com/TheTopics/Gideon_Bachmann.html 

Written by

We are Creative Blogger Theme Wavers which provides user friendly, effective and easy to use themes. Each support has free and providing HD support screen casting.

 

© 2013 "στο... Επτά". All rights resevered. Designed by Templateism

Back To Top