Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

από την αμφισβήτηση στην κρίση

12:32 π.μ.

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ [strikes back]
...40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Κριτικό σημείωμα για την τέχνη στην Ελλάδα σαράντα χρόνια από την πτώση της χούντας
Συραγώ Τσιάρα

Αν θέλαμε να ορίσουμε σχηματικά την εξέλιξη της ελληνικής τέχνης από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, σε έναν κύκλο σαράντα ετών που χαρακτηρίζεται από συνέχειες, ρήξεις και προφανή εσωτερική ανομοιογένεια, ίσως δύο λέξεις να μας βοηθούσαν θέτοντας κάποια όρια χρονικά και ποιοτικά: η αμφισβήτηση και η κρίση.
Αμφιβάλλω αν οι δύο αυτές λέξεις ορίζουν και αντίστοιχες ταυτότητες, περισσότερο σχηματοποιούν ένα υπαρκτό πλαίσιο δράσης, αντίδρασης και ενδεχομένως αδράνειας. Εξάλλου δεν έχει καν νόημα να επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν ένα ιδιάζον εγχώριο αφήγημα για τη σύγχρονη τέχνη σε μία εποχή που ξεκίνησε τουλάχιστον πριν από δύο δεκαετίες, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, στην οποία ο πλουραλισμός, η ποικιλομορφία και η ακύρωση αξιολογικών διακρίσεων ανάμεσα στο ένα ή στο άλλο μέσο αποτελούν την κυρίαρχη ορθοδοξία.


Η περίοδος που μας ενδιαφέρει δεν ξεκινάει στην πραγματικότητα το 1974. Η πτώση της χούντας προφανώς συνιστά μια τομή που λειτούργησε ως προωθητική δύναμη για την απελευθέρωση και την άρθρωση εναλλακτικών εκφραστικών μορφών, όμως το αίτημα της ρήξης με παραδοσιακές εικαστικές φόρμες είχε ήδη μορφοποιηθεί την προηγούμενη δεκαετία. Ο απεγκλωβισμός του έργου τέχνης από τη δισδιάστατη ζωγραφική επιφάνεια, η έξοδος στον πραγματικό χώρο, η ενσωμάτωση καθημερινών αντικειμένων, η προβολή της διαδικασίας έναντι του τελικού έργου αποτελούν κατακτήσεις που άλλαξαν ριζικά τις συνθήκες παραγωγής και πρόσληψης του έργου τέχνης. Από αυτή την άποψη οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 συνιστούν ένα συνεχές, ενώ οι απόπειρες άρθρωσης εναλλακτικού λόγου ξεκινούν ήδη μέσα στη δικτατορία με έμφαση στο ίδιο το σώμα του καλλιτέχνη και τις επιτελεστικές δράσεις διαμαρτυρίας, τη διατύπωση κοινωνικών αιτημάτων μέσω της τέχνης, τη διεκδίκηση ταυτότητας και δημόσιου χώρου και την άσκηση στην ουτοπία – έστω υπό την επισφάλεια της συνεχούς ματαίωσης. Η αμφισβήτηση και η ουτοπία στάθηκαν οι βασικοί όροι που συνόψισαν την κριτική υποδοχή για τη δεκαετία του ’70, όταν επιχειρήθηκε η ιστορικοποίηση αυτής της γενιάς, κυρίως μέσω δύο σημαντικών εκθέσεων στην Πάτρα-Πολιτιστική Πρωτεύουσα και στην Αθήνα στο Ε.Μ.Σ.Τ.
Η δεκαετία του ’80 ορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την παλινόρθωση της παραστατικότητας με κύριο όχημα τη ζωγραφική, νομιμοποιημένη εκ νέου σ’ ένα κλίμα θριαμβευτικού μεταμοντερνισμού που αποκατέστησε την ισοτιμία όλων των ειδών. Η επαναφορά της ζωγραφικής στο προσκήνιο συνδέεται και με την ανάγκη ορατών, αναγνώσιμων αφηγημάτων για ευρύτερη κατανάλωση, μια ανάγκη που συναρτάται με τον κοινωνικό εκδημοκρατισμό, την ταξική κινητικότητα και τη διεύρυνση της απεύθυνσης του πολιτιστικού προϊόντος σε κοινωνικές ομάδες αποκλεισμένες στο παρελθόν. Ωστόσο, οριακή έκφραση των εσωτερικών αντιφάσεων αποτελεί η σύγκρουση ανάμεσα στους επιγόνους των εννοιακών ρευμάτων, της αφαίρεσης και της arte povera που εξακολουθούν να υποστηρίζουν σθεναρά τη λογική της ύστατης πρωτοπορίας της δεκαετίας του ’60 με τους απολογητές της παραστατικότητας που δυναμικά προβάλλουν στη σκηνή διεκδικώντας ρόλους στην εκπαίδευση και στους θεσμούς της χώρας. Η συνύπαρξη και η σύγκρουση των δύο αντίθετων παραδόσεων χαρακτήρισε αυτή την περίοδο που θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια εποχή εσωτερικής αναδίπλωσης.
Η αλλαγή του ’81 έχω την αίσθηση ότι αποτυπώθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό στην αισθητική του δημόσιου χώρου, στην αναζωπύρωση του τελευταίου κύματος μνημειοποίησης με πρωταγωνιστές τα μνημεία της Εθνικής Αντίστασης, του εβραϊκού Ολοκαυτώματος και του ποντιακού ελληνισμού, και λιγότερο στην αλλαγή νοήματος ή προσανατολισμού στις εικαστικές τέχνες εσωτερικού χώρου. Η κουλτούρα των ελληνικών eighties εστιάστηκε κυρίως στη διαφήμιση, στην αναδυόμενη κατανάλωση, στην οικιακή ψυχαγωγία με κινηματογραφικά υποπροϊόντα και όρισε σε μικρότερο βαθμό εξελίξεις, αλλαγή ύφους, θεματολογίας και περιεχομένου στις εικαστικές τέχνες.
Τι ορίζει το κλίμα παραγωγής και διακίνησης της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα τις δεκαετίες του ’80 και του ’90; Κυρίως οι προϋπάρχοντες και νέοι εκπαιδευτικοί θεσμοί και μια σταδιακά διευρυνόμενη αγορά που κατά την πορεία κάνει υποχρεωτικά άλματα προσαρμογής σ’ ένα διεθνές σκηνικό και διαμόρφωσης ενός εγχώριου πελατολογίου. Νέες γκαλερί κάνουν την εμφάνισή τους, ενώ το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης συνενώνει έναν πυρήνα φιλότεχνου κοινού στη Θεσσαλονίκη. Συγκροτημένες συλλογές με την έννοια της εσωτερικής συνοχής, της συνέπειας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα είναι ελάχιστες εκείνη την εποχή. Ευκαιριακές και συναρτώμενες με την αγορά επιλογές ιδιωτών δεν συνιστούν συλλεκτική πολιτική με μακροπρόθεσμους στόχους. Η σύγχρονη τέχνη εκτίθεται βέβαια περισσότερο σε γκαλερί και πινακοθήκες, εισχωρεί συχνότερα στο σύγχρονο μεσοαστικό διαμέρισμα, αλλά αυτού του τύπου η διεύρυνση ακυρώνεται λόγω της κρίσης στο σημείο που είχε αρχίσει να διαφαίνεται η δυναμική της. Αυτό που έχει νόημα να συγκρατηθεί ως κρατική πολιτική για τον σύγχρονο πολιτισμό από τη δεκαετία του ’90 είναι το Εθνικό Πολιτιστικό Δίκτυο Πόλεων που έδωσε ζωή σε κέντρα σύγχρονης τέχνης στην περιφέρεια, περισσότερο ή λιγότερο βραχύβια.

Τι άλλαξε και τι παρέμεινε αναλλοίωτο
Τι άλλαξε άραγε στο τοπίο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια;
Διαμορφώθηκαν συνθήκες μεγαλύτερης και ουσιαστικότερης διείσδυσης του έργου Ελλήνων καλλιτεχνών στη διεθνή εικαστική σκηνή;
Συγκροτήθηκε μια μελετημένη και στοχευμένη πολιτική υποστήριξης και προώθησης του εγχώριου καλλιτεχνικού έργου;
Συμμετέχουν ισότιμα οι θεσμοί –δημόσιοι και ιδιωτικοί– σε διεθνή δίκτυα ανταλλαγής, ενημέρωσης και συμπαραγωγής εικαστικών γεγονότων;
Στο νέο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί με την κατάργηση της απόλυτης ισχύος των παλαιών κέντρων δημιουργίας και διακίνησης της σύγχρονης τέχνης και την ανάδυση νέων δυναμικών εταίρων του παγκοσμιοποιημένου συστήματος στη Νότια Αμερική, την Κίνα, την Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Ρωσία και όπου αλλού έχει η Ελλάδα λόγο, φωνή, παρουσία, ή παραμένει ο αόρατος άλλος που δεν χώρεσε ποτέ σε κανένα αφήγημα ούτε καν στη «βαλκανιομανία» του ’90;
Συνιστά σήμερα η κρίση συνθήκη δημιουργικής αντεπίθεσης, ενισχύονται οι παρεμβατικές συλλογικότητες, επιταχύνεται η ωρίμανση των αιτημάτων και των ευθυνών με το αίσθημα του κατεπείγοντος;
Πολλές αναδρομές εστιάζουν στις ανεπάρκειες, στις ακλόνητες αδράνειες του ελληνικού σώματος στις διεθνείς σαρωτικές αλλαγές, στις αποσπασματικές χωρίς συνέχεια απόπειρες, στη μη αξιοποίηση του μορφωμένου εγχώριου δυναμικού, στις εκθέσεις-πυροτεχνήματα, στις ευκαιρίες που χάθηκαν. Αυτή είναι η μία πλευρά του νομίσματος, δεν συνιστά όμως συνολική θεώρηση. Δεν υφίσταται μόνο καθυστέρηση και δυσχερής προσαρμογή. Υπάρχουν και θετικές πλευρές που χρειάζεται να επισημανθούν, όπως η αλλαγή για την αντίληψη της τέχνης στον δημόσιο χώρο – έστω ή/και ευτυχώς ως πεδίο σύγκρουσης και αντιπαράθεσης αγωνιστικής δημοκρατίας, η εμφάνιση μιας νέας γενιάς επιμελητών και θεωρητικών που συμπορεύονται με τις διεθνείς τάσεις, η συγκρότηση ομάδων που διεκδικούν φωνή και χώρο, η όλο και συχνότερη παρουσία Ελλήνων εικαστικών σε διεθνείς διοργανώσεις με αξιόλογη ανταπόκριση, η επιβίωση και η συνέχιση της λειτουργίας δημόσιων ιδρυμάτων ακόμη και σε τόσο δύσκολους καιρούς.
Είναι εποχές που η συμπύκνωση ποσοτικών αλλαγών οδηγούν σε ποιοτικά άλματα, σε μετασχηματισμούς. Έχω την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια βιώνουμε την αλλαγή του παραδείγματος. Δεν είναι υπό διαμόρφωση· έχει συντελεστεί. Στο νέο τοπίο, ιδιωτικά ιδρύματα ανασυντάσσουν τον πολιτιστικό χάρτη και εν πολλοίς τον αστικό, Έλληνες συλλέκτες σύγχρονης τέχνης διεθνών προδιαγραφών ενεργοποιούνται στην εκθεσιακή δραστηριότητα, την υποστήριξη της παραγωγής, στη συγκρότηση δικτύων συνεργασίας με επιμελητές και ιδρύματα του εξωτερικού. Το ΔΕΣΤΕ εδώ και μερικά χρόνια και το ΝΕΟΝ πιο πρόσφατα δημιουργούν καινούρια δεδομένα, ενώ αντίστοιχα το κράτος οπισθοχωρεί από ένα πεδίο στον οποίο δεν είχε εισέλθει ποτέ με ουσιαστικό όραμα και συνέπεια: αυτό της χάραξης εθνικής πολιτικής για την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.
Εδώ βέβαια ανακύπτει το ερώτημα: Και ποιος είναι ο ρόλος, το έργο και η αποτελεσματικότητα των δημόσιων ιδρυμάτων – και αναφέρομαι κυρίως στο Ε.Μ.Σ.Τ. και το Κ.Μ.Σ.Τ.; Τι πρόσφεραν τα τελευταία χρόνια που λειτουργούν και σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα;
Είναι αλήθεια ότι η διαχείριση της κρίσης και οι πολιτικές επιλογές οδήγησαν στη συρρίκνωση των πόρων και κατέστησαν επισφαλή τη λειτουργία τους και την υλοποίηση των στόχων τους. Ωστόσο αυτό που διασώζεται είναι το «επικίνδυνο συμπλήρωμα» που θα κάνει ελπίζω τη διαφορά τα επόμενα χρόνια: η εμπειρία, η στόχευση, τα δίκτυα συνεργασίας, οι ιστορικές και νεότερες συλλογές, το έμψυχο δυναμικό, η εκπαίδευση του κοινού, τα προφανή οφέλη από τη λειτουργία και το έργο των δύο δημόσιων μουσείων σύγχρονης τέχνης, από τη διοργάνωση διεθνών εικαστικών γεγονότων όπως οι μπιενάλε που διευρύνουν το κοινό και φέρουν τη σύγχρονη τέχνη πιο κοντά στην καθημερινότητα του πολίτη, αλλά ίσως αυτό που ορίζει σήμερα την αιχμή της δυναμικής είναι η αυτοοργάνωση των ομάδων, τα δίκτυα συνεργασίας και η κινητικότητα των νέων και μεγαλύτερων ηλικιακά καλλιτεχνών και επιμελητών που προσπαθούν μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες να δηλώσουν μια παρουσία με νόημα, όχι γιατί η Ελλάδα περνάει κρίση, αλλά γιατί η τέχνη που παράγεται εδώ έχει ενδιαφέρον και σημασία έτσι κι αλλιώς. Οι εποχές απαιτούν άμεση κεφαλαιοποίηση της συσσωρευμένης εμπειρίας και δυναμική ώθηση προς τα μπροστά με ευέλικτα σχήματα συνεργασιών ανάμεσα σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς πάνω σε κοινούς στόχους και παράλληλη διεκδίκηση διατήρησης της κρατικής υποστήριξης.
Δεν κατάφερα να συγκρατήσω τις σκέψεις μου στο αίτημα της αναδρομής. Έφτασα με άλματα στο σήμερα και στις αυριανές προοπτικές. Όταν όμως επιχειρείς να σκεφτείς ξανά μια εποχή που αρχίζει με την έντονη πολιτικοποίηση του ’70, τα χάπενινγκ και τις περφόρμανς εντός και εκτός συνόρων μέσα στη χούντα, τις δράσεις στον δρόμο, τον εμπρηστικό, ανατρεπτικό καλλιτεχνικό λόγο, την κριτική της διαφήμισης και του καταναλωτισμού, τα όποια –έστω και μικρής εμβέλειας– μανιφέστα, την απαίτηση για έναν νέο ρεαλισμό, τις ομάδες που εμφορούνταν από ιδανικά κοινωνικής αλλαγής, διέρχεσαι τον κοινωνικό μετασχηματισμό, την εσωτερική αναδίπλωση και την αυτοαναφορικότητα του ’80, τον επίπλαστο κοσμοπολιτισμό και τη νεότευκτη, επισφαλή αγορά της επόμενης δεκαετίας, τα νέα ιδρύματα και θεσμούς που σκιαγραφούν την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αναγκαστικά κάνεις ταμείο στο σήμερα για να μετρήσεις τη δυναμική των εργαλείων με τα οποία μπορείς να χαράξεις το μέλλον. 
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png


 ΧΡΟΝΟΣ 15 (07.2014) 

Written by

We are Creative Blogger Theme Wavers which provides user friendly, effective and easy to use themes. Each support has free and providing HD support screen casting.

 

© 2013 "στο... Επτά". All rights resevered. Designed by Templateism

Back To Top