Του Μάκη Μηλάτου

Όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης, μετριέται η αξία του από τη στάση που κρατάνε οι συνάδελφοί του, από τον τρόπο που τον τιμούν και τον αποχαιρετούν. Και αυτές τις μέρες, δεν υπάρχει μουσικός που να μην αναφέρθηκε στις επιδράσεις που δέχθηκε από τον Lou Reed



Το rock 'n' roll ως παγανιστική θρησκεία είναι γεμάτο από αστικούς θρύλους, από μύθους και θαύματα, από αγίους και οσιομάρτυρες, από απολωλότα πρόβατα και θρησκόληπτους υστερικούς, αλλά κι από έκπτωτους αγγέλους. Ο Lou Reed είναι ένας απ' αυτούς. Κι αν ο μύθος θέλει όλους τους καλλιτέχνες, ακόμη και τους πιο αμαρτωλούς, να πηγαίνουν στον παράδεισο για το καλό που έκαναν με την τέχνη τους, αμφιβάλλω αν ο Λου οδεύει προς τα κει.


Ο Lewis Allan, "Lou", Reed, γεννήθηκε στο Μπρούκλιν τις μέρες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (2.3.1942) και πέθανε (27.10.2013) καθώς ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος (οικονομικός αυτή τη φορά) είναι σε εξέλιξη. Σε αυτά τα 71 χρόνια πρόλαβε να αμαρτήσει πολλές φορές, να προκαλέσει την κοινωνία, να εκδηλώσει αντισυμβατική συμπεριφορά, να ερεθίσει τα χριστά ήθη, να υποπέσει στις αμαρτίες του εγωκεντρισμού και της πρόκλησης, να δημιουργήσει ενοχλητικούς θορύβους με την κιθάρα του, διαταράσσοντας τις ώρες κοινής ησυχίας των μικροαστών, να περιφρονήσει τους ακροατές του, να φιλήσει στο στόμα δημοσίως τον David Bowie (30 χρόνια πριν το κάνει η Madonna με την Britney Spears και «προκαλέσει» σκάνδαλο), να βάψει τα νύχια του μαύρα και να υιοθετήσει αμφισεξουαλική εμφάνιση, να δημιουργήσει «ενοχλητική» μουσική, να μπλέξει με ουσίες και να απαρνηθεί την εβραϊκή του καταγωγή, λέγοντας πως η μόνη του θρησκεία είναι το rock 'n' roll και το μόνο ενδιαφέρον κομμάτι της πίστης του είναι η ηλεκτρική κιθάρα.
Όπως συμβαίνει με αυτά τα «αναρχικά στοιχεία», η κοινωνία προσπάθησε να αμυνθεί απέναντί του ήδη από νεαρή ηλικία, όταν διαπιστώθηκε πως κάτι πάει στραβά. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 οι γονείς του (ευσεβείς Εβραίοι, ασχολούμενοι με το χρήμα, με τον πατέρα λογιστή και τη μητέρα τραπεζική υπάλληλο) τον οδήγησαν στο νοσοκομείο για ηλεκτροσόκ, ώστε να «διορθώσουν» τις αμφισεξουαλικές του τάσεις. Ο ίδιος ανέφερε αργότερα ότι του έβαζαν ηλεκτρόδια στο κεφάλι και πως σύντομα τον έκαναν «φυτό», καθώς θυμάται ότι, διαβάζοντας ένα βιβλίο, μόλις έφτανε στη σελίδα 17, έπρεπε να γυρίσει πάλι στην αρχή γιατί δεν θυμόταν τίποτα.
Στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκε με τις Καλές Τέχνες και τη λογοτεχνία καταφέρνοντάς τα θαυμάσια. Μετακινούμενος στην πόλη της Νέας Υόρκης, συνάντησε τον ποιητή Delmore Schwartz, ο οποίος έγινε ο νεανικός του μέντορας, και που αργότερα είπε για τον Lou Reed ότι ήταν το πιο ενδιαφέρον άτομο που είχε συναντήσει ώς τότε. Τα μουσικά του ενδιαφέροντα τον οδήγησαν στον χώρο της αβάν γκαρντ μουσικής και τον έφεραν σε επαφή με τον John Cale και τον Tony Conrand, μαθητές και οι δύο του περίφημου σύγχρονου και πρωτοποριακού συνθέτη Le Monte Young. Σύντομα, με τον John Cale, θα ξεκινούσαν τους Velvet Underground, αλλά και μια σχέση γεμάτη ένταση, προβλήματα και αμοιβαίο μίσος. Ποτέ δεν θα μάθουμε γιατί ακριβώς...
Στον δρόμο τους θα βρεθεί ο Andy Warhol, που θα παίξει καταλυτικό ρόλο, καθώς τους έκανε μέλη του καλλιτεχνικού του εργαστηρίου Factory, μέσω του οποίου άρχισε να δίνει καλλιτεχνική υπόσταση στην ποπ κουλτούρα και για τον οποίο ο (καθόλου γενναιόδωρος) Lou Reed έχει πει πως του οφείλει τα πάντα και χωρίς αυτόν δεν ήξερε αν θα είχε κάνει οτιδήποτε.
Οι Velvet Underground, βασισμένοι κυρίως στις μινιμαλιστικές συνθέσεις του Lou Reed και στην -πρωτόγνωρα θορυβώδη για την εποχή- κιθάρα του, με τη συμμετοχή της «ψυχρής θεάς» Nico, που έδωσε στο άλμπουμ μια τελετουργική διάσταση με την αποστασιοποιημένη ερμηνεία της, και με το σχέδιο του Andy Warhol στο εξώφυλλο, την περίφημη πια μπανάνα, δημιούργησαν ένα καλλιτεχνικό έργο τόσο μπροστά για την εποχή του, που πέρασε -σχεδόν- απαρατήρητο και δικαιώθηκε χρόνια αργότερα, θεωρούμενος πλέον ως ένας από τους σπουδαιότερους και πιο επιδραστικούς δίσκους στη ροκ ιστορία. Όπως χαρακτηριστικά λέγεται γι' αυτόν: «Μπορεί να πούλησε μόνο 30.000 αντίτυπα όταν κυκλοφόρησε, αλλά όσοι τον αγόρασαν έφτιαξαν στη συνέχεια ένα γκρουπ». Τα εσωτερικά προβλήματα του συγκροτήματος, όμως, δεν του επέτρεψαν να ζήσει πολύ, όμως όσα άφησε πίσω του αποτελούν ακόμη και τώρα πηγή έμπνευσης και ορίζουν το μέτρο του ροκ σύμπαντος.
Ο Lou Reed επέστρεψε -με τσακισμένα τα φτερά από την εμπορική αποτυχία των Velvets- στην οικογενειακή επιχείρηση, όμως το σαράκι της μουσικής δημιουργίας δεν έλεγε να φύγει. Το 1972 κυκλοφόρησε το πρώτο σόλο άλμπουμ, το περίφημο "Transformer", που τον επανέφερε στο προσκήνιο. Η συνάντησή του με τον David Bowie (και με τον κιθαρίστα του, Mick Ronson) τον σημάδεψε ουσιαστικά σε δημιουργικό (αλλά ακόμη και εμφανισιακό) επίπεδο και το 1975 κυκλοφόρησε το ακραίο, θορυβώδες και «ανυπόφορο» (όπως χαρακτηρίστηκε) "Metal Machine Music", που επίσης θεωρείται πια ένα σπουδαίο και πρωτοποριακό άλμπουμ. Όσα ακολούθησαν ήταν ένας διαρκής συνδυασμός πρόκλησης, υπερβολής, τέχνης, πρωτοπορίας, εγωκεντρισμού, συχνά με άνισα αποτελέσματα, αλλά ποτέ αδιάφορα, που τον δικαίωσαν ως σπουδαίο δημιουργό και έκπτωτο άγγελο.
Το κύκνειο άσμα του ήταν επίσης «προβοκατόρικο» και εξαιρετικό άλμπουμ, που προέκυψε από τη συνεργασία του με τον σπουδαίο άνθρωπο του θεάτρου, Ρόμπερτ Ουίλσον, για την παράσταση του οποίου -"Lulu"- έγραψε τη μουσική. Αυτή τη μουσική χρησιμοποίησε ως βάση για μια πολύ ενδιαφέρουσα συνεργασία με τους Metallica που -δυστυχώς- πέρασε κι αυτή απαρατήρητη, αλλά, όπως λέει και η παροιμία «Συνηθισμένα τα βουνά απ' τα χιόνια».
Όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης, μετριέται η αξία του από τη στάση που κρατάνε οι συνάδελφοί του, από τον τρόπο που τον τιμούν και τον αποχαιρετούν. Και αυτές τις μέρες δεν υπάρχει μουσικός -από όλα τα είδη και τις εποχές- που να μην εξέφρασε τον θαυμασμό του, να μην αναφέρθηκε στις επιδράσεις που δέχθηκε από τον Lou Reed, από την έμπνευση που πήρε από το έργο του, να μη μίλησε για τη σημασία που είχε η δημιουργία του για την εξέλιξη του ροκ στον 20ό αιώνα, για το πώς ο ήχος και η ποίησή του σημάδεψαν 50 χρόνια της ποπ κουλτούρας.