Γοήτευσε ολόκληρο τον κόσμο το 1960 με την έξοχη κινηματογραφική ερμηνεία ενός πολιτικά αμφιλεγόμενου προσώπου: του Λώρενς της Αραβίας στην ταινία του Ντέιβιντ Λιν. Άφησε τον κόσμο πριν λίγες μέρες σε ηλικία ογδόντα ενός ετών προκαλώντας ένα μείγμα από αναφορές όπου εναλλάσσονταν ο θαυμασμός και η μελαγχολία, διότι ένα τέτοιο ταλέντο δεν έδωσε όλους τους καρπούς που θα περίμενε κανείς από αυτό.
Ο Πήτερ Ο' Τουλ υπήρξε στην τέχνη και στη ζωή του ένα πρόσωπο που δεν χωράει εύκολα στα συνηθισμένα στερεότυπα. Ένα από τα πιο λαμπερά αστέρια του καλλιτεχνικού θεατρικού και κινηματογραφικού στερεώματος που συγκίνησε στο απόγειο της λάμψης του αλλά και όταν, μάλλον νωρίς, η πορεία του έγινε σε μεγάλο βαθμό αυτή ενός διάττοντος που συγκινούσε ακόμα και στις στιγμές της πτώσης του στο αλκοόλ και σε όσα αυτό οδηγούσε.


 Με μια έννοια η πρώτη απόλυτη επιτυχία του τον αδίκησε δια βίου. Τον εκτόξευσε στο πιο ψηλό βάθρο της επιτυχίας, αλλά και τον έφερε αντιμέτωπο με την απαίτηση να δημιουργήσει κάτι το ανώτερο από αυτό που έμοιαζε να είναι το απόλυτο. Έτσι έμειναν σε δεύτερη μοίρα τα ρεσιτάλ ηθοποιίας που έδωσε στην ερμηνεία του βασιλιά Ερρίκου στην κινηματογραφική μεταφορά του Μπέκετ του Ανούιγ στο πλευρό του φίλου του Ρίτσαρντ Μπάρτον, στον ρόλο του άτυχου τυχοδιώκτη στην ταινία «Λορντ Τζιμ» και σε αυτήν του Ρίτσαρντ Ρας «The Stuntman» (που μεταφράζω εδώ ανακριβώς σε «Ο κασκαντέρ) στην οποία θα επανέλθω πιο κάτω. Ας προσθέσουμε ότι η αξία του από τη μια επιβεβαιώθηκε από τις οκτώ υποψηφιότητές του για Όσκαρ όσο και από το ότι η μόνη βράβευσή του από την αμερικανική Ακαδημία έγινε στο τέλος της ζωής του με το βραβείο παρηγοριάς για το συνολικό του έργο. Αυτή όμως η τελευταία ιστορία των Όσκαρ έχει ίσως να κάνει όχι απλώς με τις θέσεις του για την διεθνή πολιτική αλλά περισσότερο με το τι σήμαινε και σημαίνει ευρύτερα πολιτικά η ύπαρξη ηθοποιών και γενικά καλλιτεχνών του είδους του.
Αν λάβουμε υπόψη τις θέσεις που πήρε σε ζητήματα όπως οι πόλεμοι του Βιετνάμ και του Αφγανιστάν, τους οποίους μαζί με αρκετούς άλλους εκπροσώπους της αγγλικής τέχνης και διανόησης, καταδίκασε ανοιχτά, θα μπορούσαμε αδίστακτα να τον κατατάξουμε στους καλλιτέχνες εκείνους που ονομάζουμε προοδευτικούς, αντιιμπεριαλιστές κ.λπ. Το πράγμα δεν είναι βέβαια αμελητέο, γιατί το γεγονός ότι σταμάτησε τόσες φορές στο κατώφλι της θεωρούμενης ως ανώτατης παγκόσμιας διάκρισης των Όσκαρ δεν είναι άσχετο με τις πολιτικές προτιμήσεις αυτών που δίνουν τα βραβεία. Με άλλα λόγια, δεν είναι να απορεί κανείς ότι μια από τις πολλές φορές που δεν πήρε το βραβείο, προτιμήθηκε αντ' αυτού ο καουμπόυ και πρωταγωνιστής των «πράσινων μπερέδων» Τζον Γουέιν, ακρογωνιαίος λίθος του αμερικανικού συντηρητισμού.
Το να αποτιμήσει ωστόσο κανείς πολιτικά έναν καλλιτέχνη - και δεν εννοώ να τον εντάξει στα απλουστευτικά σχήματα «προοδευτικός / συντηρητικός / αντιδραστικός» κ.λπ.- δεν είναι κάτι το εύκολο. Πρώτα από όλα το πολιτικό, όπως το εννοώ, εδώ δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από το αισθητικό. Πολιτική κάνει ο καλλιτέχνης όχι μόνον με τις θέσεις που παίρνει για τα διάφορα ζητήματα είτε με την ένταξή του αλλά και με ολόκληρη τη ζωή και το έργο του. Με τη σημείωση όμως ότι το αισθητικό και το πολιτικό στον κινηματογράφο διαμεσολαβείται από πολλά και πρώτα από όλα με το γεγονός ότι πρόκειται για μια τέχνη που περισσότερο από άλλες είναι σε καθοριστικό, συνήθως, βαθμό και βιομηχανία.
Η ταινία «Λώρενς της Αραβίας" θα μπορούσε να θεωρηθεί, κατ' αρχήν ως προοδευτική. Οι Άραβες που αγωνίζονται για την ανεξαρτησία τους παρουσιάζονται, μέσα από τις εμβληματικές μορφές του Ομάρ Σαρίφ, του Άντονυ Κουήν και του Άλεκ Γκίνες, καθώς και μέσω των εικόνων και των διαλόγων του έργου με τα πιο θετικά χρώματα. Ο Τούρκος κατακτητής καταγγέλλεται για την ωμότητά του και οι Άγγλοι αποδεικνύονται υστερόβουλοι ελευθερωτές που έχουν ήδη μυστικά τεμαχίσει τον αραβικό κόσμο ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Και ο Ο' Τουλ / Λώρενς αναδύεται σαν ένας βυρωνικός ήρωας που συνδέει δονκιχωτισμό, στρατηγικό ταλέντο και εντιμότητα, η οποία θα τον οδηγήσει στον μυστηριώδη θάνατο που δεν αποκλείεται να υπήρξε μια ακόμη κρατική δολοφονία ενός απροσάρμοστου, μεταμφιεσμένη σε αυτοκτονία. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σε πείσμα των διαφημιστικών στερεότυπων, ο ρόλος δεν είναι ο ηθοποιός που τον ερμηνεύει.
Θα πρέπει να μετακινηθούμε στην πολύ ιδιαίτερη ταινία που είναι το Stuntman του Ρίτσαρντ Ράς για να καταλάβουμε περισσότερο την πολιτική στάση του σκηνοθέτη του αλλά και του Ο' Τουλ. Ταινία του 1980, χαμηλού προϋπολογισμού και άρα μη ελεγχόμενη από το σύστημα, που οι περιπέτειες και οι δυσκολίες της παραγωγής και των γυρισμάτων της καταγράφηκαν στο πολύ ενδιαφέρον ντοκυμαντέρ «Η σάγκα του Stuntman" που ίδιος γύρισε με συμβολή και του πρωταγωνιστή του είκοσι χρόνια μετά. Ταινία αντιπολεμική η οποία αναδεικνύει μέσα από ένα ευφάνταστο εξπρεσιονιστικό ιδίωμα που αγγίζει τον υπερρεαλισμό, μέσα από τον ακραίο ρεαλισμό, την φρίκη του πολέμου. Πολέμου που μπορεί να είναι ο Πρώτος Παγκόσμιος αλλά που κατ' ουσίαν συμβολίζει κάθε πόλεμο στον οποίο ωθεί την ανθρωπότητα η κτηνωδία των συμφερόντων.
Πέρα από αυτά, όπως και άλλοι μεγάλοι της γενιάς του, ο Ο' Τουλ υπήρξε ο ηθοποιός που αναλώνεται από την ίδια του τη φλόγα χωρίς να προέχει πώς η εικόνα του θα είναι κατάλληλη για να καταναλωθεί από το σύστημα. Ένας αυτοπυρπολούμενος ανθρώπινος δαυλός που δεν χωράει στα σχήματα που περισσότερο από ποτέ σήμερα ενοχλεί το νεοφιλελεύθερο σύστημα.