Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

"Στην Αμερική ζούμε έναν νέο ρατσισμό"

5:31 π.μ.


Παράξενα φρούτα κρέμονται στα δέντρα του Νότου...» Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι του «Strange Fruit», του τραγουδιού για το λιντσάρισμα των μαύρων στον αμερικανικό Νότο που τόσο σπαρακτικά είχε ερμηνεύσει η Μπίλι Χόλιντεϊ σε εποχές σκληρού ρατσισμού.


Και παράλληλα είναι ένα από τα τραγούδια που λατρεύει η Ντι Ντι Μπρίτζγουοτερ, στον δίσκο της «Eleanora Fagan (1915-1959): Το «Billie with Love from Dee Dee Bridgewater» που της χάρισε λίγες εβδομάδες πριν το τρίτο της βραβείο Γκράμι. Ποια όμως είναι η σημασία ενός τέτοιου τραγουδιού σε μια εποχή όπου πρόεδρος των ΗΠΑ είναι ένας Αφροαμερικανός;

«Το "Strange Fruit" είναι ένα τραγούδι γεμάτο πόνο» εξηγεί η Μπρίτζγουοτερ στο «7», από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. «Και τώρα φέρνει ακόμα περισσότερο πόνο, καθώς η χώρα μας ολοένα και προχωρεί σε ένα διχασμό. Πού είναι η πολυεθνική χώρα, αυτό το χωνευτήρι των πολιτισμών στην οποία ζούσαμε; Εχει αντικατασταθεί από μια χώρα όπου έχει κηρυχτεί ένα άτυπος πόλεμος ανάμεσα στους έγχρωμους και τους λευκούς. Είναι τραγικό. Μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων -λευκών στην πλειονότητά τους- αντιτίθεται με λύσσα σε κάθε ενέργεια του Ομπάμα. Ετσι ένας από τους πιο σημαντικούς προέδρους που είχαμε ποτέ, ένας πολιτικός που επιθυμεί να κάνει βαθιές τομές για να βελτιώσει τις ΗΠΑ, δέχεται τις επιθέσεις των ακροδεξιών σαν το Tea Party. Πώς τολμούν να πολεμούν το νομοσχέδιο για τη δημόσια υγεία; Ή να δηλητηριάζουν τα μυαλά των πολιτών και να τους πείθουν ότι όλα όσα κάνει ο Ομπάμα είναι εις βάρος τους;»

Ετσι λοιπόν τα τραγούδια της Μπίλι Χόλιντεϊ που η Ντι Ντι Μπρίτζγουοτερ συγκέντρωσε σε ένα δίσκο και θα τα παρουσιάσει ζωντανά το Σάββατο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, είναι τραγικά επίκαιρα. Αυτό το αισθάνθηκαν και οι υπεύθυνοι των Γκράμι που βράβευσαν την Ντι Ντι με το Γκράμι του καλύτερου τζαζ δίσκου με φωνητικά.

«Ουσιαστικά αυτός ο δίσκος ποτέ δεν ηχογραφήθηκε για να κυκλοφορήσει στην αγορά» απαντάει η 60χρονη τραγουδίστρια, εξηγώντας την περιπέτεια του δίσκου. «Ηταν απλά ένα μικρό μέρος από το φιλόδοξο σχέδιό μου να ανεβάσω ξανά στη σκηνή το μιούζικαλ "Lady Day", όπως είχα κάνει στα μέσα του '80. Οπότε ήθελα να δοκιμάσω να ηχογραφήσω τα τραγούδια ώστε να ταιριάζουν στο έργο που υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται τη δεκαετία του '50. Και μετά να τα ηχογραφήσω ξανά με μια σύγχρονη ενορχήστρωση. Καθώς όμως μιλούσα με θεατρικούς παραγωγούς και έκλεινα συμφωνίες, αποφάσισα να μπω στο στούντιο ώστε να έχω κάτι στα χέρια μου, πριν τις παραστάσεις».

Οπότε πήρε τους μουσικούς, έκλεισε για λίγες μέρες ένα στούντιο και ξεκίνησαν την ηχογράφηση. «Ολα έγιναν πολύ γρήγορα», διηγείται. «Δεν κάναμε πρόβες, δεν ηχογραφήσαμε δεύτερη φορά, δεν χρησιμοποιήσαμε την ψηφιακή τεχνολογία. Τα περισσότερα τραγούδια μπήκαν στο δίσκο, όπως παίχτηκαν την πρώτη φορά». Ενα ρίσκο που η Ντι Ντι το πήρε ευχαρίστως, αφού είχε στην ορχήστρα της τον Εντσελ Γκομές, τον παλιό της συνεργάτη πιανίστα και ενορχηστρωτή, και τον φημισμένο Τζέιμς Κάρτερ στα πνευστά.

Κάπως έτσι ήρθε και η επιβράβευση με το Γκράμι. Οχι φυσικά ότι είχε σημασία για μια τόσο καταξιωμένη τζαζ τραγουδίστρια. «Ας πούμε ότι το βραβείο ήταν μια ξεχωριστή φιλοφρόνηση», λέει. «Αφού κάθε μουσικός εμπλέκεται αναγκαστικά με τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας, και τα Γκράμι είναι το σύνολο των ψήφων όλων των υπευθύνων της βιομηχανίας, είναι μια επιβράβευση για τη μουσική μου».

Γεννημένη σε ένα σπίτι όπου η μόνη μουσική που επιτρεπόταν ήταν η τζαζ, η Ντι Ντι Μπρίτζγουοτερ, η Ντενίζ Αϊλίν Γκάρετ, όπως είναι το αληθινό της όνομα, ανακάλυψε από μικρή ότι είχε μια σαγηνευτική φωνή. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, στα τέσσερα ή στα πέντε μου χρόνια, τραγουδούσα συνεχώς» εξομολογείται. «Ενώ στα εφτά μου χρόνια είχα ήδη πει στους γονείς μου ότι όταν μεγαλώσω θα γίνω μια διεθνούς φήμης τραγουδίστρια. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε. Αλλά τελικά τα κατάφερα».

Αλλωστε είχε αποκτήσει μια βαθιά μουσική κουλτούρα στο σπίτι της. «Ο πατέρας μου, ο τζαζ τρομπετίστας Μάθιου Γκάρετ, άκουγε μόνο τζαζ. Ηταν ο άνθρωπος που δίδαξε όλη την δική μου γενιά των τζαζ μουσικών στο Μέμφις. Στην εφηβεία μου δεν ήξερα τι σημαίνει ποπ. Τα άλλα κορίτσια συζητούσαν για τους αστέρες της μουσικής σκηνής, κι εγώ μιλούσα για τον νέο δίσκο του Μάιλς Ντέιβις. Και ντρεπόμουν γι' αυτό». Αλλά έπαψε να ντρέπεται όταν στα δεκαοκτώ της μπήκε σε μια τζαζ ορχήστρα και έκανε περιοδείες φτάνοντας μέχρι και στην τότε Σοβιετική Ενωση. Και αν την δεκαετία του '70 τραγούδησε σόουλ και ντίσκο, πάλι στην τζαζ επέστρεφε.

Ισως επειδή για την Ντι Ντι η τζαζ είναι συνώνυμη της ελευθερίας. «Είναι το μουσικό αντίστοιχο της ελευθερίας του λόγου», όπως το θέτει. «Μπορείς να κινηθείς όπως θέλεις. Παίρνεις έναν ρυθμό ή μια μελωδία, την αποδομείς και μετά την ξαναφτιάχνεις, επικοινωνώντας με ένα μαγικό τρόπο με τους άλλους μουσικούς. Η ομορφιά αυτής της δημιουργικής διαδικασίας είναι απερίγραπτη». Γι' αυτό κι εκείνη, όταν δεν τραγουδάει, συνθέτει τα δικά της τραγούδια. «Με ωθεί αυτό το μοναδικό συναίσθημα όπου προσπαθείς να πιάσεις τη στιγμή. Εκείνη τη μαγική στιγμή που σε οδηγεί σε μια καινούρια μουσική».

Ετσι ανάμεσα σε μια δισκογραφία που ξεκινάει από το 1974 με το «Afro Blue», περνώντας μέσα από δίσκους -αφιερώματα όπως το «Dear Ella» για την Ελα Φιτζέραλντ ή το «This Is New» για τον Κουρτ Βάιλ, η ίδια επιλέγει ως πιο σημαντικό δίσκο της το «Red Earth». Ενα δίσκο που ηχογράφησε στο Μάλι και κυκλοφόρησε το 2007. «Ηταν ένα παράξενο άλμπουμ, μια πρόκληση για μένα, όπου προσπάθησα να βρω τις αφρικάνικες ρίζες μου. Ηθελα να γνωρίσω την κληρονομιά μου για να προχωρήσω μπροστά. Ετσι γύρισα πίσω στην Αφρική στο Μάλι, γιατί όταν άκουσα ένα τραγούδι από εκεί κάτι ξύπνησε μέσα μου. Ηταν σαν να το ξέρω χωρίς να το έχω ακούσει ποτέ. Ταξίδεψα στο Μάλι, γνώρισα τους ανθρώπους και την κουλτούρα τους και ηχογράφησα τον δίσκο με ντόπιους μουσικούς. Ηταν μια εμπειρία που μου άλλαξε τη ζωή».

Αλλωστε μπορεί ελεύθερα να επιλέγει τις κινήσεις της. Κάνει την παραγωγή των δίσκων της από το 1993. Καθώς όμως η μουσική βιομηχανία κυριαρχείται από τους άνδρες, όπως λέει, κανείς δεν αναγνώριζε τη συμβολή της στην παραγωγή. Οπότε ίδρυσε τη δική της εταιρεία, την DDB Records, και τώρα ελέγχει η ίδια την πορεία της. «Τον Απρίλιο θα κάνω και μια παραγωγή σε έναν ταλαντούχο τρομπετίστα, τον Τέο Κρόκερ, εγγονό του θρυλικού τζαζ μουσικού Ντοκ Τσίθαμ», αναγγέλλει.

Στο κάτω κάτω η τζαζ θα ξαναέρθει πολύ σύντομα στο προσκήνιο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, όπως πιστεύει. «Η ύφεση θα ερχόταν αργά ή γρήγορα, αφού για πολύ καιρό ζούσαμε σε μια πλαστή ευημερία», υποστηρίζει. «Τώρα πληρώνουμε για τον τρόπο ζωής μας τα προηγούμενα χρόνια. Επιστρέψαμε στην πραγματικότητα, έτσι θα σταματήσουμε να καταναλώνουμε συνεχώς, και ίσως διδαχθούμε νέες αξίες και μάθουμε τι θα πει ανθρώπινη κοινότητα και αληθινή επικοινωνία. Η τζαζ θα γίνει ξανά δημοφιλής γιατί οι άνθρωποι θέλουν πια αληθινή μουσική που τη βιώνουν με όλες τους τις αισθήσεις και όχι τη βιομηχανοποιημένη ποπ. Προσπαθώ να είμαι ρεαλίστρια πάνω απ' όλα, σε έναν κόσμο που βασιλεύει η αδικία και το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών μεγαλώνει διαρκώς. Ομως καταστάσεις όπως οι εξεγέρσεις στη Βόρεια Αφρική με γεμίζουν αισιοδοξία, γιατί αποδεικνύουν ότι δεν μπορείς να καταπιέζεις τους ανθρώπους για πάντα».

Written by

We are Creative Blogger Theme Wavers which provides user friendly, effective and easy to use themes. Each support has free and providing HD support screen casting.

 

© 2013 "στο... Επτά". All rights resevered. Designed by Templateism

Back To Top