Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

H beat ποίηση

8:18 π.μ.

Η Σώτη Τριανταφύλλου αναλύει τα γνωρίσματα του αφρισμένου κύματος της beat ποίησης κι εκτιμά, κόντρα στην κοινή πεποίθηση, ότι οι beats ήταν κάτι περισσότερο από τον μύθο τους. 

Καθώς το φεγγάρι ανατέλλει / ο κύκνος αποκοιμιέται τραγουδώντας / στη λίμνη του μυαλού.
Το 1969 ήταν η χρονιά όπου άλλαξαν όλα: ο Ρίτσαρντ Νίξον έγινε ο 37ος πρόεδρος των ΗΠΑ, οι Led Zeppelin έκαναν την πρώτη τους περιοδεία, η ταινία «Easy Rider» βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών.
Στο Βιετνάμ, λίγους μήνες πριν από την προσελήνωση του Apollo 11, η μάχη του Hamburger Hill εγκαινίασε μια καινούργια φάση του πολέμου. To φρικτό μαζί με το μεγαλειώδες –οι σφαγές στην έπαυλη της Cielo Drive, το φεστιβάλ του Γούντστοκ, ένας βίαιος θάνατος στο Άλταμοντ· άνεμος επανάστασης (η σύσταση των Weathermen) και αποκάλυψης, συντέλειας: οι beats κοντοστέκονται αμήχανοι, συνειδητοποιούν άραγε τι έκαναν; Το πνεύμα της δεκαετίας του ’60 κι αυτού του annus mirabilis χρονολογείται από πολύ παλιότερα, από το «On the Road» και τo «Ηowl»· οι δεκαετίες δεν ταυτίζονται με τα δεκάχρονα διαστήματα, αλλά εκτείνονται ανάμεσα στα ορόσημα. Και μολονότι υποθέτω ότι το τελευταίο γεγονός που ενδιέφερε τον Κέρουακ προτού πεθάνει στο Σεντ Πίτερσμπεργκ της Φλόριντα, τον Οκτώβριο του 1969, ήταν η νίκη των Jets στο Super Bowl, oι beats είχαν ήδη συντελέσει στη μεταμόρφωση της αμερικανικής λογοτεχνίας και του τρόπου της ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήταν αργά για να μετανιώσει κανείς: μετά την bebop, το rythm & blues και το ροκ σάρωναν τον κόσμο· η αμερικανική ηγεμονία εξήγαγε τα υλικά της καταστροφής της.

Η ποίηση των beats αποτελεί αμερικανικό φαινόμενο, με την έννοια ότι συνεχίζει, αν και με διαδοχικές ρήξεις, την αμερικανική παράδοση (του Γουίτμαν, του Λονγκφέλοου), περιγράφει το αμερικανικό τοπίο και ερευνά τις ιδιαιτερότητες της αμερικανικής ψυχής: σε όσους πάσχουν από την ευρέως διαδεδομένη πάθηση του αντιαμερικανισμού συνιστώνται επαναλαμβανόμενες δόσεις αμερικανικής ποίησης που περιπτύσσει τρεις γενιές και διαχέεται σε όλη την αγγλική γλώσσα. Από το «Pictures of the Gone World» του Λόρενς Φερλινγκέτι (1953) μέχρι την κυκλοφορία και τη δίκη εναντίον του «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ (1956) χώρεσε μια ποιητική και φιλοσοφική εξέγερση με πλήθος αποχρώσεων: ο Φερλινγκέτι αναδείχτηκε σ’ έναν εκλεκτικιστή που συνδυάζει την κληρονομιά του λυρισμού και της αφήγησης, στην οποία ανιχνεύεται η επιρροή Αμερικανών –όπως ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Πάουντ, ο Κάμινγκς– και γαλλόφωνων, όπως ο Μποντλέρ, ο Πρεβέρ, ο Ρεμπό, ο Απολινέρ και ο Μπλεζ Σαντράρ. Η ποίηση του Φερλινγκέτι διαρρηγνύει τον αμερικανικό επαρχιωτισμό,  και ο ίδιος, ως ποιητής, ως εκδότης των «City Lights» και ως μνημείο του Νορθ Μπιτς του Σαν Φρανσίσκο, αποτελεί την επιτομή του «καθιστικού» beat, αν το «νομαδικό» beat εκπροσωπούν ο Κέρουακ, ο Κάσαντι, ο Κόρσο και ο Ρέξροθ. Ένας φαινομενικά ήσυχος Αμερικανός που αποδεικνύει ότι η επανάσταση μπορεί να εκτυλιχθεί σ’ ένα βιβλιοπωλείο και σε μια στενή αλέα που έχει το όνομα του Τζακ Κέρουακ.
Η στιγμή όπου ο Φερλινγκέτι ανεβαίνει στη σκηνή του Winterland και απαγγέλλει το «Loud Prayer», ενώ τον κινηματογραφεί ο Μάρτιν Σκορτσέζε, είναι –νομίζω– ένας θρίαμβος της beat ποίησης και θρίαμβος της ποίησης γενικά: ο ποιητής αναδύεται σε μύστη, τα όριά του διαλύονται· μπροστά μας εμφανίζεται ο Μπλέικ, ο Σέλλεϋ, ο Λόρκα· ο όρος «beat» είναι ανεπαρκής για να περιγράψει όλα όσα εκφράζει ο Φερλινγκέτι· τους beats όπως τον Γκίνσμπεργκ και τον Κόρσο, τους ποιητές της Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο όπως τον Γκάρι Σνάιντερ και τον Κεν Ρέξροθ, και την ομάδα του Black Mountain, που διαχέεται στη Βόρεια Καλιφόρνια και που διατυπώνει, εκτός από την ποιητική της, μια σύνθετη πολιτική, ηθική και αισθητική πρόταση.
Ο Κεν Ρέξροθ (1905-1982) ήταν σχεδόν συνομήλικος με τον Φερλινγκέτι (αλλά ο Φερλινγκέτι ζει ακόμα ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές), γεννήθηκε σε μια βιομηχανική πόλη της Ιντιάνα και έζησε τη ζωή του περιπλανώμενου beat, προτού ο Κέρουακ γνωρίσει τον Κάσαντι κι αρχίσουν να διασχίζουν μαζί τις Ηνωμένες Πολιτείες από το Ντένβερ στα ανατολικά και πάλι πίσω, ως το Μπιγκ Σουρ. Ο Ρέξροθ, hobo στα χρόνια της Οικονομικής Κρίσης, αργότερα ασκητής σε μοναστήρι, πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης στην αμερικανική ενδοχώρα, έγραψε την πρώτη ποιητική του συλλογή το 1940: στην πραγματικότητα, είναι ο πρώτος beat· ειρηνιστής, επαναστάτης, ένα είδος ανθρωπιστή-υπαρξιστή που διεύρυνε τον χώρο της αμερικανικής ποίησης με ιαπωνικά, κινεζικά και ισπανικά δάνεια. Ο Κεν Ρέξροθ μού φαίνεται η επιτομή του αμερικανικού ονείρου, όπως βλέπω το αμερικανικό όνειρο: όχι δηλαδή σαν το «success story», κατά το οποίο αναρριχάσαι κοινωνικά κερδίζοντας χρήμα και δόξα, αλλά σαν την εξαίσια ευκαιρία να γίνεις αυτό που θέλεις μέσω της μάθησης, της γνώσης.
Η ανθολογία του Ντόναλντ Άλεν «The New American Poetry 1945-1960» ήταν μια επιλογή της «τρίτης γενιάς» των Αμερικανών μοντερνιστών, στην οποία περιλαμβάνονταν ποιητές ομόκεντρων κύκλων: ανάμεσά τους o Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Πίτερ Ορλόφσκι και ο Γκάρι Σνάιντερ, που θεωρούνται beats, παρότι, όπως σχολίαζε ο Γκίνσμπεργκ, «κανείς δεν ξέρει αν ήμασταν καταλύτες ή αν επινοήσαμε κάτι ή αν ήμασταν μονάχα ο αφρός πάνω σ’ ένα κύμα· μάλλον συνέβαιναν και τα τρία». Ποια είναι, σε αδρές γραμμές, τα γνωρίσματα αυτού του αφρισμένου ποιητικού κύματος: η διάθεση για το literary kick –κλοτσιά στο κεφάλι και μαζί γλωσσική, λογοτεχνική απόλαυση–, στη συνέχεια, ένα όραμα, μια εξέγερση, η έκρηξη του νου, η γιορτή της κάθε μέρας. «Χύνεται το ουράνιο τόξο απ’ το παράθυρό μου» γράφει ο Πίτερ Ορλόφσκι, ο πιο «σουρεαλιστής» από τους beats, που αλλοιώνει την αμερικανική ορθογραφία, όπως θα κάνουν αργότερα οι rappers: «αδειάζω τα σκουπίδια στο τραπέζι / καλώ χιλιάδες μπουκάλια στο δωμάτιό μου, τ’ αποκαλώ του Ιουνίου έντομα, σκαθάρια. Η γραφομηχανή μου μαξιλάρι. / Το κουτάλι γίνεται μπροστά στα μάτια μου πιρούνι. / Οι αλήτες του δρόμου μού δίνουν όλα τα λεφτά τους».
Για τα στερότυπα των beats έχουν γραφτεί πολλά· οι παρεξηγήσεις συσσωρεύονται: beatnik σημαίνει να ζεις απολαμβάνοντας τη ζωή επικίνδυνα –dangerous fun–, αλλά δεν αρκεί ούτε η περιπλάνηση ούτε η ταχύτητα ούτε οι βενζενδρίνες, η τζαζ, το τυχαίο σεξ... Πολύ λιγότερο beatnik σημαίνει ένας τρόπος συμπεριφοράς και ντυσίματος ή ορισμένες καλλιτεχνικές προτιμήσεις, όπως οι πίνακες του Νταλί και η τζαζ του Τσάρλι Πάρκερ... Εξάλλου, εκτός από το «Στον δρόμο» και το «Τζάνκι», η  beat πεζογραφία είναι κάπως συμπτωματική, «αξιοπερίεργη», συχνά με ρίζες σε μια σκιώδη σκηνή τρόπου ζωής, που πήρε προσφυώς την ονομασία «subterranean». Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο του Κέρουακ, θα περίμενε κανείς την εκτίμηση ότι οι beats ήταν κάτι λιγότερο από τον μύθο τους: ωστόσο, πιστεύω ότι ήταν κάτι περισσότερο, κάτι που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί· ένας τόπος όπου συναντιούνται η έρευνα για τη δομή και την αφήγηση, η ανατροπή των κανόνων της γλώσσας και η αμφισβήτηση της χριστιανικής ηθικής, που οδήγησε είτε στην αυτοκαταστροφή είτε στην αναζήτηση των ανατολικών φιλοσοφιών. Επίσης, ένας τόπος όπου συντρίβεσαι πανηγυρικά, όπου κάποιο κρύο πρωινό μαζεύεις μόνος τα απομεινάρια ενός μεγάλου πάρτι. Κι όπου ο έλεγχος της σεξουαλικότητας χάνεται, η ταυτότητα του φύλου καταργείται· μεγάλο μέρος της beat ποίησης περιέχει την αυτοανάλυσή της, τα ερωτήματα και τις ενδεχόμενες απαντήσεις της ηθικής παραβατικότητας.
Όποιος από τους beats δεν πυρπολήθηκε, δεν «κάηκε», όπως προέβλεπε ο Κέρουακ, ξεπρόβαλε τεράστιος στο στερέωμα της λογοτεχνίας: το «Ουρλιαχτό» είναι η «Βασίλισσα Μάβα» του εικοστού αιώνα· μερικές φορές σκέφτομαι ότι, αν δεν είχε γεννηθεί ο Μάικλ Μακλιούρ, δεν θα είχε υπάρξει η δεκαετία του ’60· με τον Μακλιούρ η ποίηση πήρε μορφή επιτακτική: «Υπνοβάτες... Φαντάσματα! Φωνές σαν σώματα μέσ’ απ’ του ύπνου την καταχνιά...». H beat ποίηση, από τον Φερλινγκέτι μέχρι τη ροκ στιχουργική, αποτελεί πηγή έμπνευσης για την ίδια την ύπαρξη: «κανένα πέρασμα, καμιά διάβαση / από του κτήνους την υγρή ακτή». Ο αντικομφορμισμός του 21ου αιώνα οφείλεται στην ποίηση των beats, στα υπόγεια ρεύματα και στις μεταλλάξεις της αμερικανικής τέχνης που υπονόμευσαν τον «επιχειρηματικό άνθρωπο» του μεταπολέμου, τον «Μan in the Gray Flannel Suit», όπως τον περιέγραψαν ο Sloan Wilson και ο C. Wright Mills, τον συμμορφωμένο στις παραδοσιακές αξίες και στον καθωσπρεπισμό: αντιθέτως, ο Γκρέγκορι Κόρσο παροτρύνει –νομίζω– σε μια ζωή «έξω από το κουτί», όπου μπορείς να οδηγείς ένα κλεμμένο ή δανεισμένο αυτοκίνητο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. «Κοιμήθηκα στο πίσω κάθισμα, συνεπαρμένος απ’ την καινούργια μου ζωή».

 http://www.bookpress.gr

Written by

We are Creative Blogger Theme Wavers which provides user friendly, effective and easy to use themes. Each support has free and providing HD support screen casting.

 

© 2013 "στο... Επτά". All rights resevered. Designed by Templateism

Back To Top